Στην Κρήτη υπήρχαν ώρες που δεν είχα σήμα. Στην αρχή το πρόσεξα. Μετά το συνήθισα. Και κάποια στιγμή σταμάτησα να κοιτάζω αν έχω σήμα ή όχι. Το κινητό ήταν στην τσέπη μου και έμενε εκεί.
Δεν το έβγαζα για να δω τι έγινε στο Instagram, δεν κοιτούσα διαρκώς μηνύματα, δεν έμπαινα να δω ειδήσεις, δεν αναρωτιόμουν τι συμβαίνει όσο εγώ βρίσκομαι κάπου αλλού. Υπήρχαν ώρες που πραγματικά ξεχνούσα ότι το έχω μαζί μου. Και αυτό, τελικά, ήταν ίσως το πιο ωραίο πράγμα που μου συνέβη στις διακοπές.
Όχι επειδή ξαφνικά ανακάλυψα ότι το κινητό είναι ο εχθρός μας. Δεν είναι. Το χρησιμοποιώ όλη μέρα, το χρειάζομαι για τη δουλειά μου, μιλάω με ανθρώπους, ενημερώνομαι, ακούω μουσική, φωτογραφίζω ό,τι μου αρέσει. Αλλά υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο χρησιμοποιώ το κινητό μου και στο είμαι συνεχώς διαθέσιμος μέσω του κινητού μου.
Και νομίζω ότι αυτό το δεύτερο είναι που μας έχει κουράσει.
Η αποσύνδεση που δεν ξέρουμε πια να κάνουμε
Τα τελευταία χρόνια μιλάμε όλο και περισσότερο για digital detox. Για screen time, για διαλείμματα από τα social media, για το πόσο πρέπει να αφήνουμε το κινητό μακριά μας.
Μια πρόσφατη έρευνα της Bitkom στη Γερμανία έδειξε ότι περίπου ένας στους πέντε ανθρώπους που κάνουν φέτος καλοκαιρινές διακοπές σκοπεύει να κάνει συνειδητή ψηφιακή αποχή από συσκευές, social media ή streaming. Το ενδιαφέρον είναι ότι για τους περισσότερους αυτή η «αποχή» μεταφράζεται σε μόλις μία ημέρα. Μία ημέρα. Και κάπως αυτό λέει πολλά. Γιατί έχουμε φτάσει στο σημείο όπου το να μην κοιτάξεις το κινητό σου για λίγες ώρες μοιάζει με μικρή προσωπική επανάσταση.
Οι έρευνες, πάντως, δεν λένε όλες ακριβώς το ίδιο. Κάποιες δεν βρίσκουν ιδιαίτερη βελτίωση στην ευεξία από μια σύντομη αποχή από τα social media. Άλλες δείχνουν ότι όταν περιορίζουμε σημαντικά τη χρήση τους, ακόμη και για λίγες εβδομάδες, μπορεί να βελτιωθούν ο ύπνος, το στρες και η ικανοποίηση από τη ζωή.
Οπότε μάλλον το θέμα δεν είναι τόσο απλό όσο «κλείσε το Instagram και θα γίνεις ευτυχισμένος». Ίσως το πρόβλημα να είναι κάτι λίγο διαφορετικό. Ότι έχουμε ξεχάσει πώς είναι να είμαστε κάπου χωρίς να είμαστε ταυτόχρονα παντού. Να κάθεσαι στην παραλία και να μη σε ενδιαφέρει τι γίνεται στην Αθήνα. Να τρως και να μη φωτογραφίζεις το φαγητό. Να βλέπεις ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα και να μην περνάει από το μυαλό σου αν πρέπει να το ανεβάσεις. Να μην ξέρεις τι ανέβασε κάποιος που ακολουθείς και να μη νιώθεις ότι έχασες κάτι. Να περάσουν τρεις ώρες χωρίς να έχεις ιδέα τι συμβαίνει στον ψηφιακό κόσμο. Και να μην σε νοιάζει καθόλου. Ίσως αυτό να είναι τελικά η πραγματική αποσύνδεση.
Και υπάρχει κάτι σχεδόν ειρωνικό στο ότι το καταλαβαίνουμε περισσότερο το καλοκαίρι. Ιούλιος και Αύγουστος είναι οι μήνες στους οποίους η Ελλάδα γεμίζει από διακοπές, ταξίδια, παραλίες, νησιά και εικόνες. Το 2025, πάνω από τέσσερις στις δέκα διανυκτερεύσεις σε τουριστικά καταλύματα στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκαν μόνο μέσα σε αυτούς τους δύο μήνες. Την ίδια στιγμή που όλοι προσπαθούμε να ξεφύγουμε από την καθημερινότητα, τα social media γεμίζουν με αποδείξεις ότι ξεφύγαμε.
Φωτογραφίες, stories, reels, check-ins, sunsets, τραπέζια, παραλίες. Και δεν λέω ότι είναι κακό. Το κάνω κι εγώ.
Αλλά στην Κρήτη συνειδητοποίησα κάτι πολύ απλό: οι καλύτερες στιγμές των διακοπών μου δεν υπάρχουν στο κινητό μου. Δεν έχω φωτογραφία από τις ώρες που δεν είχα σήμα. Δεν έχω story από τις στιγμές που απλώς καθόμουν. Δεν έχω καταγράψει όλες τις διαδρομές, όλες τις κουβέντες, όλα τα βράδια. Ούτε καν τα φαγητά. Και, παράξενο πράγμα, δεν νιώθω ότι έχασα κάτι. Το αντίθετο.
Νιώθω ότι για πρώτη φορά μετά από καιρό ήμουν πραγματικά εκεί.
Και μετά γύρισα
Γύρισα στην Αθήνα και το κινητό ξαναβρήκε τη θέση του στο χέρι μου. Τα notifications επέστρεψαν. Οι υποχρεώσεις, τα «να κανονίσουμε», τα «θα το δω αργότερα», τα «τι έγινε σήμερα;». Η ζωή ξαναμπήκε στη γνωστή της ταχύτητα. Και ίσως αυτό που μου έμεινε από την Κρήτη δεν είναι τόσο η ανάγκη να αφήνω το κινητό μου κλειστό.
Είναι η ανάγκη να θυμάμαι ότι δεν χρειάζεται να είμαι συνέχεια διαθέσιμος. Να μπορώ να χαθώ λίγο. Να μη γνωρίζω τι συμβαίνει για μερικές ώρες. Να κοιτάω κάτι χωρίς να σκέφτομαι πώς θα το δείξω. Να υπάρχει μια στιγμή που δεν χρειάζεται να γίνει περιεχόμενο. Απλώς να γίνει ανάμνηση.
Η Κρήτη τελείωσε, λοιπόν. Οι βαλίτσες άδειασαν, η καθημερινότητα (ψιλο)επέστρεψε και το σήμα επανήλθε. Κρατάω όμως εκείνες τις λίγες ώρες που δεν είχα τίποτα να κοιτάξω στην οθόνη. Και τελικά, ίσως εκείνες να ήταν οι ώρες που κοίταξα περισσότερο γύρω μου.
Υ.Γ. Για τις διαδρομές, τα βράδια και τα sunsets, το soundtrack ήταν κάπου ανάμεσα στη Νεφέλη Φασούλη, τις Σκιαδαρέσες, τα «Καλογεράκια», τον Παύλο Παυλίδη και τους B-Movies.
Αυτό, ευτυχώς, το κινητό μου το θυμάται.






